Η σημασία & τα οφέλη του παιχνιδιού

Ξεκινώντας από την παιδική ηλικία, το παιχνίδι αποτελεί μια βασική δραστηριότητα στη ζωή του παιδιού. Παίζει καθοριστικό ρόλο στη σωματική, την ψυχοσυναισθηματική, την κοινωνική και τη γνωστική του ανάπτυξη. Μέσα από το παιχνίδι, έχει την δυνατότητα να δράσει ελεύθερα, να ζήσει σε ένα κόσμο φανταστικό που μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του, να εξερευνήσει το περιβάλλον του, να μάθει τον εαυτό του και τους ανθρώπους γύρω του.

Μιλώντας με ιατρικούς όρους που αφορούν τη σωματική ανάπτυξη, με το παιχνίδι η κυκλοφορία του αίματος γίνεται ταχύτερη, ενδυναμώνεται το νευρικό σύστημα, ασκείται ο οργανισμός και τελειοποιούνται τα  μέλη του σώματος. Ταυτόχρονα, βελτιώνεται η μυϊκή δύναμη, η ευκαμψία των αρθρώσεων, η ευλυγισία, η ακρίβεια και η χάρη των κινήσεων, η επιδεξιότητα, η αντοχή στην κόπωση, η ισορροπία κ.ά. 


Την ίδια στιγμή που συντελούνται όλα αυτά στο σώμα και τον οργανισμό του παιδιού, επηρεάζεται και η πνευματική λειτουργία. Αναπτύσσει την ικανότητα αναπαράστασης, το συμβολισμό, τη μίμηση και τη φαντασία. Οι λειτουργίες αυτές το αναγκάζουν να επιστρατεύσει τη μνήμη του για να θυμηθεί και να συνδέσει τα γεγονότα λογικά. Ακόμη, με το παιχνίδι υπάρχει μια σταδιακή μετακίνηση από ασυνείδητες και παρορμητικές πράξεις σε συνειδητές, προμελετημένες πράξεις και ταυτόχρονα εξασκείται και συντελείται η αντιστροφή της ακολουθίας «πράξη – λόγος – σκέψη» σε «σκέψη – λόγος – πράξη». Παράλληλα, το παιχνίδι θεωρείται συνυφασμένο με τις διαδικασίες συγκρότησης του εαυτού. Μέσα από το ομαδικό παιχνίδι, το παιδί μαθαίνει να καλλιεργεί ηθικές αξίες όπως την υπομονή στο να περιμένει τη σειρά του, την υποχώρηση όταν δεν μπορεί να έχει αυτό που θέλει, τον σεβασμό προς τους φίλους του. Μαθαίνει να συμβιώνει την ώρα του παιχνιδιού μέσα στα όρια που τα ίδια έχουν ορίσει. Γνωρίζει έννοιες όπως η συνεργασία, το μοίρασμα, η αυτοπειθαρχία, η εκτίμηση. Μέσω του ομαδικού παιχνιδιού, μαθαίνει να συνυπάρχει αρμονικά με τους άλλους και να βρίσκει τρόπους επίλυσης των διαφορών συγκρούσεων που μπορούν να προκύψουν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.


Σημαντική είναι και η επίδραση που ασκεί το παιχνίδι στη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Με την επιτυχία και προβολή που αποκτά μέσω του παιχνιδιού, βελτιώνει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, ξεπερνά τις αναστολές του, αυξάνει την αυτοπεποίθησή του και αναπτύσσει σεβασμό για την προσωπικότητα των άλλων. Τέλος, το παιχνίδι λειτουργεί πολλές φορές λυτρωτικά σε καταστάσεις της καθημερινότητάς του που το φορτίζουν με στρες, ένταση ή θυμό, αφού, μέσα απ’ αυτό, του δίνεται η δυνατότητα εκτόνωσης & αποφόρτισης των συναισθημάτων.


Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως στην πραγματικότητα το παιχνίδι είναι απαραίτητο στοιχείο για την ανάπτυξη του παιδιού. Μάλιστα, η απουσία του, μπορεί να συνδεθεί με φτωχές κινητικές δεξιότητες, χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, μειωμένη ικανότητα διαχείρισης καταστάσεων, μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες, οι οποίες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε δυσκολίες στη διαχείριση άλλων κοινωνικών καταστάσεων.

Τι γίνεται όμως με τους ενήλικες;


Μια νέα θεωρία για την προσαρμογή του πρωτόγονου ανθρώπου, υποστηρίζει ότι οι πρόγονοί μας επένδυαν συστηματικά στο παιχνίδι ως μέσο ανάπτυξης της συνεργασίας. Ο καθηγητής Ψυχολογίας  Peter Gray στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, αναλύει γιατί οι πρώτοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν το παιχνίδι συστηματικά έστω και χωρίς να έχουν συναίσθηση των βαθύτερων μηχανισμών συνεργασίας που ενεργοποιούσε. Υποστηρίζει πως δεν έπαιζαν μόνο για να διασκεδάσουν αλλά είχαν συναίσθηση πως το παιχνίδι κρατούσε την ομάδα τους ενωμένη και εξασφάλιζε την επιβίωσή της. Γνώριζαν πως τόνιζε την ισότητα και λειτουργούσε εκτονωτικά ή έδινε status στον ισχυρότερο και τον νομιμοποιούσε ως αρχηγό. Ενίσχυε την ανάγκη των μελών να μοιράζονται τη τροφή και τη στέγη και τους βοηθούσε να συμβιώνουν σχετικά ειρηνικά. Κατά τη γνώμη του, η έλλειψη του παιχνιδιού τις τελευταίες δεκαετίες, κάνει τους ανθρώπους λιγότερο συνεργάσιμους, ακραία ανταγωνιστικούς και πολύ πιο προβληματικούς για τους άλλους και τον εαυτό τους σε εποχές οικονομικής ή κοινωνικής κρίσης.


Αυτός είναι και ο λόγος που το παιχνίδι  των «μεγάλων» βρίσκεται ξανά το επίκεντρο των ψυχολόγων, ώστε να βοηθήσουν μια κοινωνία που έχει ξεχάσει να παίζει. Μια κοινωνία που πολλές φορές κατευθύνει και τα παιδιά της στον σκληρό ανταγωνισμό και όχι στο «παιχνιδιάρικο παιχνίδι». Το μη ανταγωνιστικό, που ενισχύει τους δεσμούς και μας συνδέει με τους άλλους με χαρούμενο και ανέμελο τρόπο, χωρίς την αγωνία της κυριαρχίας και της νίκης.